Ο Γιώργος, φοιτητής στο ένατο έτος του μαθηματικού Ιωαννίνων, καθόταν σε μια καρέκλα στα πίσω
τραπέζια της αίθουσας. Γύρω του υπήρχαν πολλά επιπλα, όχι μονάχα καρέκλες, αλλά και πάγκοι,
άβολα σκαμπό. Άλλοι μελετούσαν εφημερίδες, άλλοι συμπλήρωναν κουπόνια, άλλοι περίμεναν στην
ουρά του ταμείου. Ήταν βραδιά τσάμπιονς λινγκ και το προποτζίδικο ήταν γεμάτο. Αλλά αυτό δεν ενδιέ-
φερε καθόλου τον Γιώργο. Εκείνος βρισκόταν για άλλο λόγο εκεί.
Εκείνος περίμενε το ρολόι να δείξει 20.55 και να αρχίσει η κλήρωση του ΚΙΝΟ. Περίμενε να αρ-
χίσουν να αναβοσβήνουν σταδιακά οι αριθμοί, ώσπου στο τέλος να παραμείνουν μονάχα είκοσι αναμμέ-
νοι. Και οι οχτώ από αυτούς τους είκοσι θα ήταν οι «μαγικοί» αριθμοί που είχε διαλέξει.
Η επιλογή τους όμως δεν είχε γίνει τυχαία. Από το τέταρτο έτος ασχολούταν συστηματικά με
το παιχνίδι. Πλέον μετά από τόσα χρόνια ασχολίας και ατελείωτες ώρες μέσα σε πρακτορεία προπό, είχε
συλλέξει απίστευτες ποσότητες δεδομένων που αφορούσαν το παιχνίδι. Έτσι, πριν από δύο χρόνια ξεκί-
νησε την αποκωδικοποίηση του, με σκοπό να μπορέσει να καταλάβει την συχνότητα εμφάνισης των α-
ριθμών και τους συνδυασμούς τους. Προϊόντα της τύχης ή μήπως όχι.
Πράξεις επί πράξεων, εξισώσεις, πιθανότητες και οτιδήποτε άλλο μαθηματικό εργαλείο γνώριζε
το εφάρμοσε στα δεδομένα που είχε συλλέξει. Και με συνεχείς δοκιμές -και απίστευτα πολλά δελτία στον
κουβά- μέρα με την μέρα βελτιωνόταν -ή πίστευε πως βελτιωνόταν. Πριν από μια βδομάδα απέτυχε -ό-
πως και πριν από δύο και από τρεις…- αλλά σήμερα, ύστερα από συνεχόμενες μαθηματικές πράξεις στο
δωμάτιο του σπιτιού του, θα έβρισκε τη χρυσή τομή. Θα πετύχαινε και τους οχτώ αριθμούς που είχε
διαλέξει. Οι πράξεις του τού είχαν αποκαλύψει εκτός από τις τιμές και την ώρα που θα εμφανίζο-
νταν. Ήταν η προτελευταία κλήρωση της ημέρας. Και ήταν τόσο σίγουρος για την επιτυχία του, που πό-
νταρε όλο του το βδομαδιάτικο.
Οι αριθμοί της προηγούμενης κλήρωσης έσβησαν, η οθόνη μαύρισε και ο Γιώργος κράτησε την
αναπνοή του. Η κλήρωση ξεκινούσε ξανά. Κίτρινα σημάδια εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν συνεχώς, ώ-
σπου τελικά σταθεροποιούνταν σε ένα σημείο. Ύστερα από λίγο η κλήρωση τελείωσε. Ο Γιώργος δεν
κουνιόταν, απλά κοιτούσε την οθόνη. Τι να σκεφτόταν άραγε;
«12, 23, 24, 40, 50, 77, 78, 79». «Πάλι θα πεινάσουμε». «Μα γιατί; Πού έκανα πάλι
λάθος; Μα γιατί; Μα γιατί;». Σηκώθηκε όρθιος και φώναξε : «Μα γιατί;». Άρπαξε νευριασμένος τα χαρτιά
του πάνω από το τραπέζι, έσπρωξε μερικά άτομα που βρίσκονταν μπροστά του και διέσχισε την εξώ-
πορτα.