Επιπλα Και Κουλτούρα

Πως Η Κουλτούρα Επιρεάζει Τα Επιπλα

Ο νέος κούνησε καταφατικά το κεφάλι χωρίς να πει τίπο­τα. Έσφιξε το χέρι του  δυνατά για άλλη μια φορά. Η βροχή είχε γίνει ψιχάλα. Αποφάσισε να πάει  με τα πόδια. Ο βοηθός του  έγινε πάλι ο οδηγός του. Τον ακολούθησε από μια άλλη σκά­λα, που έβγαζε σε μια εσωτερική αυλή με παλιά επιπλα. Βγήκαν από άλλο σημείο του τετραγώνου. Σε λίγο ο νεαρός τον άφησε λέγοντας του κάτι στα επιπλα, που νόμισε ότι ήταν η φράση . Χαμο­γέλασε πικρά. Περπάτησε μόνος του πια στους γυαλιστερούς δρό­μους κάτω από τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια και την ψιχάλα.Χρειαζόταν ένα καλό δείπνο και ένα ζεστό μπάνιο για να συ­νέλθει. Ίσως και μια ασπιρίνη. Λίγο πριν φτάσει στο κατάφωτο ξενοδοχείο, χτύπησε το κινητό του. Το σήκωσε και αναρωτήθη­κε αν θα είχε κάποια ακόμα συνταρακτική πινελιά να προσθέσει η τύχη στον πίνακα της εξωφρενικής ημέρας που είχε περάσει. Η απάντηση δεν άργησε να έρθει, καθώς μια ασθμαίνουσα γραμματέας άρχισε να περιγράφει τα καθέκαστα.

Θα  αναλογιζόταν κανείς το άσπλαχνο και στιβαρό χέρι της ειμαρμένης που είχε συντρίψει την οικογενειακή αυτοκρατορία; Ή θα σκεφτόταν ότι άφησε πίσω του αμύθητα πλούτη, τα πανάκριβα επιπλα, για να ακονίσουν τα νύχια πάνω τους οι γύπες και οι κόλακες, οι λιμοκοντόροι και οι διαχειριστές. Θυμόταν ότι κάποια καλοκαίρια στα μικράτα του από το μπαλκόνι του μικρού σπιτιού  φαίνονταν τα φώτα των ελικοπτέρων που κατέβαιναν κάθε δύο λεπτά για να α­φήσουν τους προσκεκλημένους στα ολονύχτια πάρτι της Χριστί­νας;. Έμοιαζαν σαν αφιονισμένες πυγολαμπίδες που προ­σελκύονταν στο φως από την απατηλή λάμψη της ματαιότη­τας. Τώρα πια επικρατούσε τόσο θλιβερή σιωπή πάνω στο κα­ταπράσινο νησάκι των ξεπεσμένων ζάπλουτων, που η επιγραφή στη βάση του ανδριάντα, “κάθε άνθρωπος πολλά επιπλα” μοιάζει εκτός χρόνου Σε λίγο έφτασε το μικρό φέριμποτ. Τα οικεία πρόσωπα που συνάντησε τον αναγνώρισαν αμέσως. Κάποιοι έσπευσαν να του σφίξουν το χέρι. Θυμόντουσαν τον παλιό φαρμακοποιό τους. Μί­λησε για λίγο με κάνα δυο από αυτούς.

 

 

Χώθηκε στο ντουλάπι του σαλονιού, πιο πολύ για να προστατευτεί από το κρύο παρά για να ασκήσει τα καθήκοντα του, τα οποία εξάλλου δεν τα ασκούσε και πολύ συ­χνά. Ο χώρος με τα νεα επιπλα είχε πάρει το όνομα του από μια περίφημη εικόνα ενός άνδρα που έλκεται προς τα λάθη Του. Πε­ρίφημη όχι για το θέμα της, που ήταν από τα αγαπημένα , όσο για την απαγωγή της, όπως λεγόταν, από τον αυ­τοκράτορα  της δυναστείας των αγγέλων, ο οποίος τη μετέφερε κρυφά στην πόλη, γοητευμένος από την ομορφιά της. Μέσα στο τρίκλινο δωμάτιο, οι δομικές αλλαγές του οποίου ήταν φανερές στο πέρασμα των χρόνων, βρισκόταν μόνο ένας άν­θρωπος, πιθανόν ο επίτροπος . Πλησίασε στο κύριο μέρος του δωματίου. Δεξιά κι αριστερά δέσποζαν δυο αυτοκρα­τορικοί καναπεδες, απ’ όπου οι άρχοντες του τόπου παρακολουθού­σαν το  τελετουργικό. Αισθάνθηκε για μια φευγαλέα στιγ­μή το φως των κεριών να δυναμώνει εκτυφλωτικά και να αστρά­φτει πάνω στο χρυσό ανάκλιντρο και τον πορφυρό κάλυμμα του καναπε, πάνω στο χρυσό φωτιστικό, τα γεμάτο στρωματα από ξύλο επιπλα, του αρχικού και στις ξύλινες ράβδους των τραπεζιών, τις στο­λισμένες με φώτα, και στο πλατύ μαρμάρινο κεντρικό τραπεζι.

Μπήκε στο εργαστήριο, όπου τον περίμεναν δέρματα, βαφές, υφάσματα, κολλητικές ύλες, κομμάτια τέλα για το χώρο μεταξύ εσωφύλλου και εξωφύλλου, χαρτιά για τα κεφαλάρια, χοντρό χαρτόνι για το διάκενο του καταστρώματος των βιβλίων, λεπτοί χάρακες για τη μέτρηση της πατούρας, φύλλα χρυσού για τα γράμματα και τις επιστρώσεις, πλαστικά καλύμματα και πρέσες για την εντύπωση των στοιχείων και των διακόσμων στο δέρμα, επιπλα όχι. Αγαπούσε αυτή τη δουλειά γιατί ήταν δημιουργική, και εκείνο το πρωί ιδιαίτερα, θέλοντας να ξεχάσει τις σκέψεις που τον ταλάνιζαν τις τελευταίες μέρες σχετικά με το χωρισμό κομοδινοτου, άρπαξε τις σπάτουλες, τα πινέλα και τις χρυσοκλωστές με περισσή όρεξη. Δούλεψε συγκεντρωμένος μέχρι το μεσημέρι, με μικρά δια­λείμματα για να σηκώσει το τηλέφωνο για κάποια παραγγελία, να πληρώσει το παιδί που έφερε τον καφέ ή να υποδεχτεί έναν πε­λάτη.Γύρω στις τρεις άρχισε να μαζεύει τα πράγματα του, όταν το μάτι του έπεσε στα επιπλα  που είχε αφήσει το πρωί. Κατευθύνθηκε προς το τραπεζάκι και τον πήρε στα χέρια του. Περιείχε χαρτιά, όπως φαινόταν από το βάρος του. Τον άνοιξε και άδειασε το περιεχόμενο στο γραφείο. Έμεινε να κοιτάζει μια πλαστική θήκη διαφανή, με κάποια φύλλα, που έ­δειχναν πολύ παλιά. Τα έβγαλε με προσοχή από τη θήκη και τα ψηλάφισε, τα αξεσουαρ της δουλειάς ήταν πολλά, αλλά αρχική ιδέα δεν υπήρχε για στρωματα σε κουζινεσ.

epipla

No comments

Εμπρός στα μάτια σας, μπορεί να βλέπετε ότι τα επιπλα σας είναι εντάξει αλλά να μην πηρε χαμπάρι τι γινόταν κάτω απ τη μύτη της. Εγώ έβλεπα πολύ περισσότερα, είχα εξασκηθεί να βλέπω. Κι ο κόσμος έβλεπε. Και βίωνε. Πολλές φορές μιλούσαμε με τα μάτια. Κι αυτό ανακούφιζε και τους δυο μας. Ιδιαίτερα εκείνον. Γιατί ζούσε σε μια κόλαση. Φαντάζομαι δηλαδή, δεν ξέρω πάλι. Όλα ήταν άπιαστα επιπλα, αόριστα, αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα σαν μικρά καταχθόνια στρωματα. Η μάνα μας, κάθε φορά που βρισκόταν κοντά του, μεταμορφωνόταν, το βλέμμα της έχανε την αψάδα του, γινόταν απαλό σαν χάδι, η φωνή της έπαιρνε άλλη χροιά, μαλακή, παρακαλεστή, συρτή. Ενδιαφερόταν για οτιδήποτε τον αφορούσε, αυτή που δεν είχε ποτέ της γνοιαστεί. Ούτε όταν είχε πάθει πνευμονία και είχε μείνει δυο μήνες στο κρεβάτι με ένα σωρό επιπλοκές, ούτε τότε είχε χαλάσει τη ζαχαρένια της, όπως έμαθα αργότερα. Ανακατεμένα πράγματα, τα ειδη κηπου στα κρεβάτια, τα ειδη υγιεινής στην κουζίνα, φωτισμοσ ανύπαρκτος.

Με σκοπό να ευχαριστήσει κάποιον ιδιοτελή πολιτικό ο Γιώργος υπόγραψε μια τιμή προσφοράς για να αλλάξει μερικά επιπλα. ‘Ο Κώστας όχι μόνον αρνήθηκε να εκτελέσει την αρχικη διαταγή τού Προέδρου αλλά και δήλωσε πως μόνο ένας ηλίθιος θα μπορούσε να υπογράψει ένα τέτοιο διάταγμα. Τι έγινε, λοιπόν; Όταν ο Γιώργος έμαθε τις λεπτομέρειες, ήρεμα απάντησε: “Αν ο Κώστας είπε άτι είμαι ένας ηλίθιος, σίγουρα θα είμαι, επειδή εκείνος σχεδόν πάντα έχει δίκιο. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να δω καλύτερα τον εαυτό μου στο σαλόνι”.
‘Ο Γιώργος πήγε ο ίδιος να δει τον Κώστα. Άκουσε τις εξηγήσεις του και πείσθηκε ότι το διάταγμα του εκείνο δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί. ‘Ο Γιώργος μ’ ευχαρίστηση δεχόταν την κριτική όταν ήξερε ότι γινόταν μ’ ειλικρίνεια, με γνώση και με σκοπό να βοηθήσει μια κατάσταση, χωρίς παιχνιδια.
‘Αλλά το ίδιο πρέπει να κάνουμε όλοι μας, γιατί ποτέ δε μπορούμε να κάνουμε πάντα το σωστό. Τουλάχιστον αυτό είπε ο καναπες. Έλπιζε να τον κρίνουν με ειλικρίνεια σαν Πρόεδρο για να μπορέσει να διορθώσει τα λάθη του. Ακόμη κι ο Γιώργος δήλωσε ότι τα αξεσουαρ του ήταν λαθεμένα κάθε φορά.
«Η γνωση των επίπλων μας», είπε ο Ξυλουργός, «για μας, βρίσκονται πιο κοντά στην αλήθεια, απ’ τη γνώμη που έχουμε μεις για τον εαυτό μας».
Το ξέρω πολύ καλά πως τούτη η δήλωση είναι σωστή τις περισσότερες φορές ωστόσο, όταν κάποιος αρχίζει να με κρίνει, αν δεν προσέχω συνέχεια τον εαυτό μου, ενστικτωδώς και αυτόματα περνάω στην άμυνα ακόμη και πριν να έχω την παραμικρή ιδέα γι’ αυτό που πρόκειται να πει ο επικριτικές του. Αηδιάζω τον εαυτό μου κάθε φορά που το κάνω αυτό. Όλοι μας τείνουμε ν’ αγανακτούμε με τις επικρίσεις και ν’ αστράφτουμε.

Ο Γιώργος, φοιτητής στο ένατο έτος του μαθηματικού Ιωαννίνων, καθόταν σε μια καρέκλα στα πίσω
τραπέζια της αίθουσας. Γύρω του υπήρχαν πολλά επιπλα, όχι μονάχα  καρέκλες, αλλά και  πάγκοι,
άβολα σκαμπό. Άλλοι μελετούσαν εφημερίδες, άλλοι συμπλήρωναν κουπόνια, άλλοι περίμεναν στην
ουρά του ταμείου. Ήταν βραδιά τσάμπιονς λινγκ και το προποτζίδικο ήταν γεμάτο. Αλλά αυτό δεν ενδιέ-
φερε καθόλου τον Γιώργο. Εκείνος βρισκόταν για άλλο λόγο εκεί.
Εκείνος περίμενε το ρολόι να δείξει 20.55 και να αρχίσει η κλήρωση του ΚΙΝΟ. Περίμενε να αρ-
χίσουν να αναβοσβήνουν σταδιακά οι αριθμοί, ώσπου στο τέλος να παραμείνουν μονάχα είκοσι αναμμέ-
νοι. Και οι οχτώ από αυτούς τους είκοσι θα ήταν οι «μαγικοί» αριθμοί που είχε διαλέξει.
Η επιλογή τους όμως δεν είχε γίνει τυχαία. Από το τέταρτο έτος ασχολούταν συστηματικά με
το παιχνίδι. Πλέον μετά από τόσα χρόνια ασχολίας και ατελείωτες ώρες μέσα σε πρακτορεία προπό, είχε
συλλέξει απίστευτες ποσότητες δεδομένων που αφορούσαν το παιχνίδι. Έτσι, πριν από δύο χρόνια ξεκί-
νησε την αποκωδικοποίηση του, με σκοπό να μπορέσει να καταλάβει την συχνότητα εμφάνισης των α-
ριθμών και τους συνδυασμούς τους. Προϊόντα της τύχης ή μήπως όχι.
Πράξεις επί πράξεων, εξισώσεις, πιθανότητες και οτιδήποτε άλλο μαθηματικό εργαλείο γνώριζε
το εφάρμοσε στα δεδομένα που είχε συλλέξει. Και με συνεχείς δοκιμές -και απίστευτα πολλά δελτία στον
κουβά- μέρα με την μέρα βελτιωνόταν -ή πίστευε πως βελτιωνόταν. Πριν από μια βδομάδα απέτυχε -ό-
πως και πριν από δύο και από τρεις…- αλλά σήμερα, ύστερα από συνεχόμενες μαθηματικές πράξεις στο
δωμάτιο του σπιτιού του, θα έβρισκε τη χρυσή τομή. Θα πετύχαινε και τους οχτώ αριθμούς που είχε
διαλέξει. Οι πράξεις του τού είχαν αποκαλύψει εκτός από τις τιμές και την ώρα που θα εμφανίζο-
νταν. Ήταν η προτελευταία κλήρωση της ημέρας. Και ήταν τόσο σίγουρος για την επιτυχία του, που πό-
νταρε όλο του το βδομαδιάτικο.
Οι αριθμοί της προηγούμενης κλήρωσης έσβησαν, η οθόνη μαύρισε και ο Γιώργος κράτησε την
αναπνοή του. Η κλήρωση ξεκινούσε ξανά. Κίτρινα σημάδια εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν συνεχώς, ώ-
σπου τελικά σταθεροποιούνταν σε ένα σημείο. Ύστερα από λίγο η κλήρωση τελείωσε. Ο Γιώργος δεν
κουνιόταν, απλά κοιτούσε την οθόνη. Τι να σκεφτόταν άραγε;
«12, 23, 24, 40, 50, 77, 78, 79». «Πάλι θα πεινάσουμε». «Μα γιατί; Πού έκανα πάλι
λάθος; Μα γιατί; Μα γιατί;». Σηκώθηκε όρθιος και φώναξε : «Μα γιατί;». Άρπαξε νευριασμένος τα χαρτιά
του πάνω από το τραπέζι, έσπρωξε μερικά άτομα που βρίσκονταν μπροστά του και διέσχισε την εξώ-
πορτα.